Posted by: makis | February 25, 2009

Δοκός μια μαρτυρια απο τον Β παγκοσμιο πολεμο

Συγχωρέστε με σήμερα, Κυριακή, μια κάπως λυρική ματιά στον τόπο. Μήν χανόμαστε  κιόλας στην καθημερινή τριβή των καταγγελιών.

Το μέρος γύρω μας είναι μαγικό.Κρύβει μέσα του την αδιάσπαστη συνέχεια-ιστορία των ανθρώπων εδώ και δέκα χιλιάδες χρόνια.

Η φυσική του ομορφιά αλλά και οι μύθοι του, η ιστορία αλλά και οι προσωπικές ιστορίες του καθ ενός.

Απεροπία-Δοκός

Νησί οφθαλμαπάτη(ηπεροπεύω=απατώ)

Από την ξηρά φαίνεται ενωμένη με το ακρ Μουζάκι (Βούπορθμον).Αλλά και το πιο σύγχρονο  Δοκός προέρχεται από το δοκέω=νομίζω

Ο πατέρας μου εζησε  τα τελευταία εικοσι χρόνια της ζωής του απέναντι απ αυτό το νησί οφθαλμαπάτη.Εξήντα οκτώ χρόνια πρίν ,εικοσάχρονο παλληκάρι ,με ένα μαγικό τρόπο βρέθηκε πολύ κοντά στον θάνατο σ αυτό το μέρος. Μέσα σε ένα καΐκι, μια φούχτα Ελληνόπουλα προσπαθούν να φτάσουν στην Κρήτη και από εκεί να καταταγούν στον Αγγλικό στρατό και να συνεχίσουν τον πόλεμο

Από το ημερολόγιο του, που εγραφε εκείνες τις μέρες του πολέμου ,αντιγράφω το παρακάτω απόσπασμα αφήγηση.

 

 dokosydra-dinos.jpg………Αγωνίστηκα πολύ να κοιμηθώ αύτη τη νύχτα. 26 Απριλίου 1941 Ξημερωθήκαμε στην Ύδρα

.Μόλις άνοιξα τα μάτια μου και ανασηκώθηκα μούσκεμα από την πρωινή δροσιά , είδα την πόλη της Ύδρας γαντζωμένη καθώς είναι στις απότομες πλαγιές ενός λόφου.

Στο λιμανάκι της δυο καΐκια φουνταρισμένα και στο μόλο ένας ναύτης που κουνούσε τα χέρια του φωνάζοντας. Η μηχανή μισοσταματησε κι έτσι τον ακούσαμε να λέει πως πρέπει να φύγουμε αμέσως , διαταγή Λιμεναρχείου , για να μην βομβαρδιστεί η πόλη.

Αλλά μπάντα και δρόμο χωρίς να σταθούμε καν. Άρχισε να χαράζει και ο κίνδυνος των αεροπλάνων ητο άμεσος.

Κρατώντας γιαλό προχωρούμε προς νότον ζητώντας καταφύγιο. Να ταξιδεύουμε μέρα είναι θάνατος.

Σε λίγο η ομίχλη κατάπιε τα κάτασπρα υδραικα σπιτάκια και ύστερα από καμία ώρα φουντάραμε στη Δοκό.

Ένα μικρό πράσινο νησί με πεντέξι σπίτια και κάμποσες ελιές. Πέντε λεπτά θα πέρασαν που τα πρώτα βομβαρδιστικά φάνηκαν από πάνω μας.

Δεν μας είδαν ασφαλώς γιατί εξακολούθησαν προς Βορά

.Πλευρίσαμε το καΐκι μας αφού το δεσαμε με πρυμάτσες κόψαμε λουριά και το σκεπάσαμε.Αρχίσαμε  να ανεβαίνουμε τις πλάγιες του βουνού όταν τα αεροπλάνα γύρισαν.

Σταθήκαμε κάτω από τις ελιές. Αυτά εκοψαν μια βόλτα και μετά κατέβηκαν κάθετα σχεδόν εκεί που άφησαν βόμβες. Δεν ακούσαμε άλλο από ένα σφύριγμα ασθενές , χωρίς καμιά έκρηξη να ακολουθήσει. Ούτε και είδαμε που έριξαν και έπεσαν στη θάλασσα γιατί ήταν ο λόφος που μας έκοβε τη θέα.

Μια βόλτα μεγάλη έκαμαν και μετά πέταξαν ξυστά στη θάλασσα πίσω από το λόφο κι ακούσαμε τα πυροβόλα τους. Ξανά βολτάρανε και άφησαν προφανώς το θύμα τους. Μετά έφυγαν και έλειψαν πάνω από μισή ώρα. Ανεβαίνουμε το βουνό προς δυο σπιτάκια που ασπρίζουν μέσα από τα δέντρα.

Ύστερα από λίγο συναντούμε ένα χωρικό. Τον ρωτώ αν θα μπορέσουμε να βρούμε τίποτα φαγώσιμα. Μου απαντά:Μόνο στο Ρουφαλια. Το όνομα αυτό πάνω στη πεντάλεπτη συζήτηση μας το άκουσα πάνω από δέκα φορές , ύστερα απ ΄αυτό χωρίς να υπάρχει καμία αντίρρηση , όλοι συμφωνούμε πως ο Ρουφαλιας είναι ο μανδαρίνος της νήσου , ένα σημαντικό πρόσωπο , χωρίς τη γνώμη του οποίου τίποτε δεν γίνεται στη Δοκό.

Μαθαίνω επίσης πως τα αεροπλάνα ρίχνουν σε ένα μικρό ποστάλι που βομβάρδισαν έξι φορές μέχρι τώρα και το έχουν ακινητοποιήσει σ΄ένα μικρό κόλπο στα πόδια του λόφου που ανεβαίνουμε. Επίσης μας ρωτά για νέα που κανείς δεν αποφασίζει να του πει. Αφήνοντας τον μας συμβούλεψε να πάμε να τα πούμε στον Ρουφαλια που ξέρει τι πρέπει να κάνουμε. Προχωρώντας συναντούμε ένα γραφικότατο εκκλησάκι. Μπήκαμε μέσα με αισθήματα που δεν νιώσαμε ποτέ στις κοσμοπλημμυρισμένες εκκλησιές τις Αθήνας. Ανάψαμε κεριά θα καθόμαστε περισσότερο αν δεν ακούγαμε τον δυνατό βόμβο αεροπλάνου.

 Βγαίνοντας αναγκάστηκα να αντικρίσω ένα τεράστιο Dotnie.Κατηφόρισε ακολουθώντας την πλαγιά κι ένα κοπάδι σκορπά τρομαγμένο. Σαν έφτασε πάνω από το καράβι του έριξε. Δυο πέσανε στη θάλασσα σηκώνοντας νερά , και δυο κοντά στη τζιμινιερα.

 Η έκρηξη ήταν δυνατή και για ώρα οι κορφές φώναζαν η μια στην άλλη το τι γίνηκε. Το καράβι άρχισε να καίγεται. Παρακολούθαγα αμίλητος δίπλα από τον Οικογενειακό τάφο Ρουφαλια.

Σε λίγο κατάμαυροι καπνοί ανέβαιναν ίσια ψηλά.

 Φύγαμε και σαν φθάσαμε στο σπιτάκι μάλλον με την επίδειξη των όπλων μας , αφού κατ αρχάς μας είπε : Δεν πουλώ, καταφέραμε να του πάρουμε 6 μυζήθρες και 20 αυγά.

 Εκεί ήπια ένα ποτήρι πρόβειο γάλα μπρούμυτα κάτω από μια ελιά δίχως ψωμί ή ζάχαρη και άβραστο. Μέχρι το μεσημέρι που φάγαμε αυγά , και μυζήθρα μπορούσα να θαυμάσω το περιπολικο Γερμανικό σύστημα.

Δεν έφευγε ο ένας από τον άλλο δε ερχότανε και όργωναν συστηματικά τη θάλασσα το βουνό και τ΄ακρογιάλι . Μόλις φάγαμε σκέφθηκα να κατέβω στο γιαλό. Η θάλασσα ήταν μαγευτική κι ο πειρασμός μεγάλος. Πράγματι δεν κράτησα και έτσι φθάνοντας έπεσα να δροσιστώ.

Σε μια στιγμή άκουσα βόμβο μακρινό, ασυναίσθητα μάλλον χωρίς να φοβηθώ , αφού το πρωί άλλο τίποτα δεν ακούγαμε . κολύμπησα προς τα βράχια .

Ο βόμβος μεγάλωνε ταχύτατα και μια στιγμή νατος , ξύνοντας την αντικρινή κορυφή, έβαλε πλώρη κατά πάνω μου. Με δυο λέξεις βρέθηκα έξω από το νερό και κόλλησα στον βράχο

Έπεσα μπρούμυτα κι έτρωγε η μύτη μου την άμμο. Από το θόρυβο του καταλάβαινα . Τα είχα χαμένα. Ακόμη ένα δευτερολεπτο και να τα πυροβολά. Περίμενα να νιώσω στο δέρμα μου το χαλάζι και το δέρμα μου είχε ανατριχιάσει. Άκουγα αμέτρητα σφ σφ και τα βοτσαλακια της άμμου τινάζονταν μακριά. Ακόμη μισό δευτερολεπτο και πέρασε. Ήταν τόσο χαμηλά που νόμισα πως ήθελε να με λιώσει με τους τροχούς του. Τα εντόσθια μου τιναχτήκανε από τη δύναμη της μηχανής. Τότε δεν άντεξα και σήκωσα το κεφάλι μου να δω. Μόλις με είχε προσπεράσει.

Είδα δυο τεράστιους σταυρούς στο κάτω των φτερών του και πρόσεξα την οριζόντια πλάκα της ουράς που σηκώθηκε προς τα πάνω. Μια βλασφημία μου ξέφυγε από τα χείλη μου τον ακολούθησε στο ανέβασμα του. Τα μάζεψα και δρόμο. Βρήκα τους άλλους και βοήθησα στο σαβούρωμα του καϊκιού.

 Δουλειά βαριά γιατί χρειάστηκε να βάλουμε πάνω από δέκα τόνους πέτρα, μα απαραίτητη γιατί αν ταφιναμε όπως ήταν μ΄όλη την πλώρη έξω από το νερό δεν θα μπορούσαμε να πάμε μίλι με την πρώτη θαλασσιτσα. Στο σαβούρωμα βοηθήσαμε όλοι εκτός από τον πρόξενο που ήταν χωμένος όλη τη μέρα σε ένα ξεροπήγαδο.

Σαλπάρουμε λίγο μετά τη δύση κρατώντας πάντοτε κλειστά. Προσπεράσαμε το καραβάκι που καιγότανε γερμενο στα πλευρά του. Ο καπετάνιος μας είναι τύπος λαϊκός , δειλός πολύ. Έτσι φοβάται να ανοιχτεί και να κάνουμε μίλια ολόκληρα παραπάνω.

Μόλις αφήσαμε τη Δοκό , με το Βασιλιά της μας έπιασε φουρτούνα.

Φουσκοθαλασσιά γερή χωρίς αφρό που αν δεν είχαμε την σαβούρα θα μας κράταγε ως το πρωί ακούνητους.8-12 βάσταξα βάρδια με το Βασίλη – Τεριγανη να προσέχουμε να μην τρακάρουμε σε κομμάτια ναυαγίων.

Κοντά στην Σπετσοπουλα παρέδωσα κι έγειρα κατάκοπος πάνω σ΄ένα τσουβάλι.Το κρύο ήταν τσουχτερό , και δεν θυμάμαι να κοιμήθηκα χειρότερα. Γύριζα , ξαναγύριζα, με το καράβι χαμηλό πέρα από τα πόδια και 4 αρβηλα μια πιθαμή από τα μούτρα μου. Ως το πρωί μούσκεψα τόσο από τη δροσιά όσο και από τα κύματα που σκάγανε στη πλώρη. Ως τόσο κάποτε ξημέρωσε. 27 Απριλίου 1941 Μέσα στο αμφίβολο πρωινό φως , σαν να βλέπουμε σιλουέτες πλοίων…

         


Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

Categories

%d bloggers like this: